Σάββατο, 2 Ιουλίου 2011

ΜΑΘΕ ΑΠΟ ΠΟΥ ΠΡΟΕΡΧΕΤΑΙ ΤΟ ΕΠΩΝΥΜΟ ΣΟΥ...(Ι ΕΩΣ Λ)


Ι


Ιντζές- Από το τουρκ. ince, λεπτός, φίνος, πονηρός.{ΣΗΤΡ}


Κ


Καβαδ(ί)άς-Απο το μεσ.ελλ. καβάδιν, μακρύ ένδυμα,ανδρικό και γυναικείο,(<τοπων. Κάβαδα της Καρμανίας).{ΜΣΚ}


Καβάκας -ονομασία όρνιθας ωραίας και παχιάς, <ουσ. *κακκάβα <μτγν. κακκάβη{ΜΣΚ}


Καβάφης- Από το τουρκ. kavaf, τσαγκάρης.{ΣΗΤΡ}


Καβούκης- Από το ν.ε. καβούκι<τουρκ. kabuki “η φλούδα, το όστρακο”.{ΤΟΖ}


Καγιάς- Από το τουρκ. kaya, βράχος.{ΣΗΤΡ}


Καγκελίδης-Από το ν.ε. ουσ. καγκέλι,το κικλίδωμα,κάγκελο<ελνστ. κάγκελ(λ)ον < λατ. cancell(um).{ΠΕ}


Καζάζης - Mεταξουργός, μεταξοπώλης, <τουρκ. kazaz{ΜΣΚ}


Καζάζης- Από το αραβ.τουρκ. kazaz, μεταξάς.{ΣΗΤΡ}


Καζίκης- Από το τουρκ. kazik, παλούκι.{ΣΗΤΡ}


Καϊμακάμης-ανώτερος διοικητικός αξιωματούχος επαρχίας του Οθωμανικού Κράτους, τοποτηρητής<τουρκ. kaymakam{ΜΣΚ}


Καΐρης- Από το τουρκ. kair, βάθος, σύρτη, στην Κρήτη ο φυλάργυρος.{ΣΗΤΡ}


Καϊσερλής- Επώνυμο που δηλώνει καταγωγή από την Καισάρεια της Καππαδιοκίας,Kayser στα τουρκικά. Συν την τουρκογενή κατάλ. –λής που δηλώνει προέλευση.{ΤΠΝΜ}


Κακαβάς/Κακκαβάς- Από το δημωδ. κακκάβι, είδος χάλκινου αγγείου, αλλιώς λεβέτι.< αρχ. ουσ. κακκάβιον. Κακκαβάς, ο κατασκευαστής των συγκεκριμένων αγγείων. (ΛΔΗΜ) {ΜΣΚ}


Κάκαβρος- Διαλεκτ.(Χίος), κάκκαβρος,ο κόκορας. Ίσως από το κάκκαβος, ο «αρσενικός πέρδιξ».{ΧΓΠ}


Κάκαλος- Από το δημωδ. κάκαλο, κάκ(κ)αδο, και κάκανο, η ξερή «κρούστα» που καλύπτει τις πληγές. (ΛΔΗΜ)


Κακάνης/Κακανάς- Από το κοινό ν.ε. κάκανο, «το ηχερό γέλιο», ηχομ. «κα-κα-κα», πρβ.χάχας{ΤΟΖ}


Κακανιάρης- Από το δημωδ. κακανιάρης, ο χαχανιάρης, χάχας, αυτός που γελά χωρίς λόγο.(ΛΔΗΜ)

Κακάρας - κεφάλι (μεγεθ., ειρων.), <ουσ. κάκαρον,ιδιωμ.{ΜΣΚ}


Καλαμίδης- ίσως από τη λέξη καλαμίδι, αλιευτικό καλάμι,<ουσ. καλάμιν + κατάλ.‑ίδιν{ΜΣΚ}


Καλαμούκης- Από τη λέξη καλάμι,καλαμάς-ο έμπορος καλαμιών, και την υποκορ. κατάληξη –ούκι>ούκης(πρβλ. πάλος-παλούκι,Γιάννης-Γιαννούκης κτλ).


Καλαμπαλίκης–Από το ν.ε. ουσ.καλαμπαλίκι< τουρκ. kalabalιk , φασαρία, οχλαγωγία,πλήθος.{ΜΣΚ}


Καλαπόδης -ξύλινο ομοίωμα του κατώτερου τμήματος του ποδιού, σε φυσικό μέγεθος, επάνω στο οποίο οι υποδηματοποιοί συναρμολογούν τα δέρματα και κατασκευάζουν τα παπούτσια, μσν. καλαπόδιν < ελνστ. καλαπόδιον υποκορ. του αρχ. Καλάπους. Ως επώνυμο ήδη από την Παλαιολόγεια εποχή(1288, Νάξος). {ΜΣΚ}(BZP)


Καλαφάτης -τεχνίτης ειδικός στο καλαφάτισμα* πλοίου,από το μεσν. καλαφάτης, πιθ. <υστλατ. *calefa(c)tor καλαφατίζω. (Ναυτ.) βουλώνω με στουπί και πίσσα τις χαραμάδες πλοίου, επισκευάζω πλοίο. Ως επώνυμο ήδη απο τον 14ο αιώνα, καθώς αναφέρεται κάποιος Γεώργιος Καλαφάτης το 1336 στην Απάμεια. Γνωστός με αυτό το επώνυμο και ο αυτοκράτορας Μιχαήλ 'Ε ο Καλαφάτης.{ΜΣΚ}(BZP)
Καλεντέρης- Από το τουρκ.περσ. kalender, απλοϊκός, αδιάφορος για τα κοσμικά.{ΣΗΤΡ}


Κάλεσης- Από το ιδιωμ.(Ηπειρ.) κάλεσης, «όνομα σκύλου ασπρόμαυρου», ή « μαλλιαρός». Η λέξη σαν χαρακτηρισμός προβάτων, πρέπει να το θεωρήσουμε αρβανίτικο, από το αρβ. kalesh, πρβ. βουλγ.kalesu, αρομ.calesu ”το πρόβατο με μαύρο μπάλωμα στο κεφάλι”.{ΤΟΖ}


Καληώρας- Επώνυμο που προήλθε ίσως από τη συνήθεια του φέροντα να χρησιμοποιεί τη φράση «καλη ώρα». Βλ. Καλημέρας, Πολυζώης κ.α.{ΓΚΕ}


Καλιακούδας- Από το ν.ε. καλιακούδα, πουλί με μαύρο πτέρωμα, που φωλιάζει σε ρωγμές βράχων, ίσως *κολοιακούδα με υποχωρ. αφομ. [o-a > a-a] < κολοιακούδ(ι) -α < κόλοιακ(ας) -ούδι < αρχ. κολοι(ός) –ακας.{Λ.Τ.}


Καλιγάς ή Καλλικάς/Καλιγάρης.-πεταλωτής, <ουσ. καλίγι(ο)ν + κατάλ. ‑άς ή <ουσ. καλιγάριος. Ως επώνυμο ήδη απο τον 13ο-14ο αιώνα, καθώς αναφέρονται : ένας Θεόδωρος Καλιγάς στη Χαλκιδική, ένας Καλιγόπουλος το 1259 στη Σμύρνη, ένας Θεόδωρος Καλιγόπουλος το 1301 στις Σέρρες, ένας Θεόδωρος Καλιγάρης το 1264 στην Τραπεζούντα, κ.α..  {ΜΣΚ}(BZP)


Καλικούνης- Από το ιδιωμ.(Κύθηρα) καλκούνι, η τάπα των βαρελιών. Θεωρώ όμως πιο πιθανή την περίπτωση να πρόκειται για υποκοριστική μορφή του ονόματος Καλός, με δύο υποκοριστικές καταλήξεις(-ίκας, -ούνης), φαινόμενο καθόλου σπάνιο, πρβ. Γιαννακουδέλης, Γιαννακόπουλος κτλ. {ΣΗΤΡ}


Καλίτσης/Καλίτζης- Από το βαφτ. Καλός, και την υποκορ. κατάληξη –ίτζης/ίτσης, διαδεδομένη στον ύστερο μεσαίωνα στα ελληνικά. Λιγότερο πιθανό , από το καλίγι(ο)ν το· καλίκι(ν)· καλίτσι(ν),είδος υποδήματος.{ΜΣΚ}


Καλκάνης- Από το τουρκ. kalkan, ασπίδα.{ΣΗΤΡ}


Καλλέργης- Από το μεσν. καλλίεργος, «ο καλώς ειργασμένος». Γνωστή βυζαντινή οικογένεια, κλάδος της οποίας εγκαταστάθηκε στην Κρήτη όπου και επιβιώνει μέχρι σήμερα. Ως επώνυμο ήδη απο την παλαιολόγια εποχή, αν και σίγουρα παλαιότερα, καθώς αναφέρονται: ένας Καλλιέργης το 1321 στη Θεσσαλονίκη γεννημένος στη Φιλαδέλφεια, ένας Αλέξανδρος Καλλιέργης το 1322 επίσκοπος Μυλοποτάμου στην Κρήτη, κ.α. (ΛΔΗΜ)(BZP)
Καλλίνης- Πιθανότερα μητρωνυμικό από το θηλ.βαφτ. Καλλίνη(Καλός), κατά το Αγγελίνη,Μηλίνη, Γεωργίνη κτλ. Λιγότερα πιθανό, από το τουρκ. kalin, χοντρός, παχύς. {ΣΗΤΡ}


Καλλιμάνης- Απο το ιδιωμ. καλλιμάνι-καλλιμάνα, μικρό αποδημητικό πουλί. (ΛΔΗΜ)



Καλίτσιος- Από την καταγεγραμμένη υποκοριστική μορφή του βαφτιστικού Χαρίσιος στα βορειοελλαδικά ιδιώματα, Καλίτσιος.  (ΒΕΛΒ)
Καλογρίτσας- Από την κεφαλλ. ιδιωμ. λέξη καλογρίτσα, μικρό μαύρο κυάμιο, λη μητρωνυμικό από το επίθ. καλογρίτσα, υποκορ. του καλόγρια, μπορεί να χρησιμοποιούταν μεταφορικά για θρησκευόμενες γυναίκες, και όχι απαραίτητα για κυριολεκτικά μοναχές.{ΓΚΕ}


Καλοκύρης- Από τη λέξη καλός, και το κύρης,ο αφέντης,< μσν. κύρης < αρχ. κύριος. Ως επώνυμο τουλάχιστον από τον 14ο αιώνα, καθώς αναφέρεται κάποιος Γεώργιος Καλοκύρης από το Ιερόν(σημ.Anadolu Kavak) στο Βόσπορο. Πρβλ. και τα ιταλιώτικα σημερινά επώνυμα  Calaciura/Caliciuri .(ΛΔΗΜ) (BZP)

Καλοτάς- Από το προσηγορικό καλόττα( κάλυμμα,σκουφί) και τη δηλωτική καταλ. –άς. (καλόττα<ιταλ.callota). Οικογένεια Καλωτά άκμαζε στα Ιωάννινα τον 16οαιών.(Λαμπρίδης,Αγαθοεργήματα 16).{ΤΟΖ}


Καλπάκης- Από το ν.ε. καλπάκι “το στρογγυλό κάλυμμα του κεφαλιού”< τουρκ. kalpak.{ΤΟΖ}


Κάλφας- Από το ν.ε. κάλφας, ο αρχιτεχνίτης, μάστορας ,<τουρκ.kalfa.{ΜΣΚ}



Καμακάς- Απο τη λέξη καμακάς, ο καμακιστής, αυτός που ψαρεύει με το καμάκι.Καμάκι<<αρχ. κάμαξ. (ΛΔΗΜ)


Καματερός- ή καματηρός, ο φίλεργος, εργατικός(κάματος) ,<αρχ. επίθ. καματηρός. Ως επώνυμο ήδη από τον 11ο αιώνα, και επώνυμο πατριάρχη του 12ουαιώνα ,Καματερός Βασίλειος.{ΓΛ}


Καμζόλας/Καμζέλας- Από το ιδιωμ. καμζέλι,καμιζόλα, το εσωτερικό γυναικείο κοντό φόρεμα με κοντά μανίκια και ανοιχτό μπροστά και κοντό παιδικό παντελόνι που κάλυπτε το στήθος και κούμπωνε στην πλάτη, <βεν.camisola. {ΓΛΑΙΤ}

Καμινάς- Από το μεσν. καμινάς, ο καμινάρης-καμινευτής, αυτός που δουλεύει σε καμίνια. <μσν. καμίνι(ν) < ελνστ. καμίνιον υποκορ. του αρχ. κάμινος. Ως επώνυμο ήδη απο τον 13ο αιώνα καθώς αναφέρεται κάποιος Λέων Καμινάς. {TRABZ}(BZP)


Καμινάρης -αυτός που ανάβει το καμίνι (του λουτρού), <ουσ. καμινάριος<ουσ. καμίνιον + κατάλ-άριος. και διαλεκτ.(Χίος),καμινάρης, ο ασβεστοποιός, αρχ. καμινεύς. {ΜΣΚ} {ΧΓΠ}


Καμπανάρης- Απο τη λέξη καμπάνα(μεσν. λατ. campana), και την κατάληξη -άρης.Ο κατασκευαστής καμπανών.Ως επώνυμο ήδη από τον 11ο αιώνα στην Πελοπόννησο(Καμπανάριος Μιχαήλ) και αργότερα με μορφές όπως Καμπανάρης(Ανδρέας)-Θεσσ/κη,1421 και Καμπαναρόπουλος-Θεσσ/κη,1320. {ΜΣΚ}(BZP)

Καμπάρδης- Προφανώς πρόκειται για σύνθετο αρβανίτικο επώνυμο με δεύτερο συνθετικό το bardhë-άσπρος. Το πρώτο συνθ. -κα, δεν μπορώ να το εξηγήσω.


Καμπάς-Ο κατασκευαστής γαμπών/καπών(κάπα ή καπάς),πανωφόρι από χοντρό μάλλινο ύφασμα. <βεν.gaban.{ΜΣΚ} ή
Καμπάς- Από το τουρκ. kaba,ο χοντρός, άξεστος.(ΕΠΜΑ)


Καμπέρης- Από το αραβ.τουρκ. kamber, δούλος γεννημένος στο σπίτι του κυρίου του, πιστός δούλος.{ΣΗΤΡ}


Καναβός/Καναβής-i) Από το ιδιωμ. κανάβη, είδος αγριόπαπιας.ii) Από το ιδιωμ. κάναβος, ξύλινος σκελετός του τεχνίτη για το πρόπλασμα από κερί ή από πηλό.{ΣΗΤΡ} ή πιθανότερα αυτός που έχει το χρώμα της καννάβεως.< μσν. καννάβι(ν) < ελνστ. καννάβιον υποκορ. του αρχ. κάνναβις. Ως επώνυμο ήδη απο τον 13ο αιώνα καθώς αναφέρονται: ένας Μιχαήλ Καναβός το 1264 στην Κεφαλονιά, και ένας Νικηφόρος Καναβός το 1364 στην Πόλη. (ΛΔΗΜ) (ΛΤ)(BZP)


Κανακάρης-χαϊδεμένος, αγαπημένος, <ουσ. κανάκι* + κατάλ.-άρης<αρχ. ουσ. καναχή{ΜΣΚ}


Κανάκης-από τη λέξη κανάκια,χάδια.< <αρχ. ουσ. καναχή. Η λέξη χρησιμοποιούταν και ως βαφτιστικό. Ως επώνυμο το συναντάμαι το 1264 στη Κεφαλονιά, το 1338 στο χωριό Ψαλιδόφουρνα Χαλκιδικής καθώς αναφέρεται κάτοικος ονομαζόμενος Μανουήλ Κανάκης, , το 1355 κάποιος Νικόλαος Κανάκης στη Λήμνο,κ.α.. {ΜΣΚ}(BZP)


Κάνιστρας- Ο κατασκευαστής κάνιστρων, 1. πλατύ και άβαθο καλάθι· πανέρι,2. εξάρτημα ανυψωτικού μηχανήματος, όπου τοποθετούνται τα υλικά που μεταφέρονται. < αρχ. κάνιστρον.{ΣΗΤΡ}


Κανλής -φονιάς,<τουρκ. Kanlι{ΜΣΚ}


Κανούτας- Από το ηπειρωτ. διαλεκ. κανούτα,κενούτα= «όνομα φαιόχρου κατσίκας», από το βλαχ.κανούτ «φαιός, ξανθός»<λατ.canutus.{ΗΠΟΙΚ}


Καντέρης- Από το αραβ.τουρκ. kaderi, μοιραίος.{ΣΗΤΡ}


Καντηλιέρης- Απο τη λέξη καντηλ(ι)έρι, το κηροπήγιο, ή λυχνία λαδιού.καντήλι<< ελνστ. κανδήλα.(ΛΔΗΜ)

Καντρής/Κατρής- Από το τουρκ. kadri, δυνατός, ευηπόληπτος.{ΣΗΤΡ}


Καπάνταης- Από το τουρκ.kabadayi,ο παλληκαράς(ΕΠΜΑ)
Καπασάς- Από το μσν. καπάσιον,καπάσι, κάλυμμα κεφαλής αξιωματούχων και ιερωμένων, σχετ.με την κάπα. {ΜΣΚ}

Καπάτος -αυτός που είναι ντυμένος με κάπα, <ουσ. κάπα + κατάλ.‑άτος{ΜΣΚ}


Καπερώνης- Ίσως από το ν.ε.καπερούνι, σκούφος, <γαλλ.chaperon{ΜΣΚ}


Καπιτζής –καπικής, φρουρός πύλης, <τουρκ. Kapιcι{ΜΣΚ}


Καπλάνης- Από το τουρκ. kaplan, τίγρης.{ΣΗΤΡ}


Κάππαρης- από τη λέξη κάππαρη, θαμνώδες φυτό και ο καρπός του, αρχ. ουσ. κάππαρις.{Λ.Τ.}


Κάπρης- καπρί ,(λαϊκότρ.) ,ο κάπρος. [μσν. καπρίν υποκορ. του αρχ. κάπρος `αγριογούρουνο΄.{ΤΟΖ}


Καπώνης- Από το ν.ε.καπόνι ,πετεινός ευνουχισμένος <πληθ. caponi του βεν. capon{ΣΗΤΡ}


Καραβέλλας - είδος ιστιοφόρου μεγάλου εκτοπίσματος με τρεις ή τέσσερις ιστούς: [<ιταλ. caravella. Η λ. και σήμ. (‑έλα)]{ΜΣΚ}


Καραβίας/Καραβιάς- Ο σύντροφος του εμπόρου. Ως λέξη πρωτοκαταγράφεται τον 6οαι. μ.Χ. στο Λειμωνάριο του Ιωάννη Μόσχου.{GLOBG}


Καραβιώτης- 1) Ο προερχόμενος από τοπωνύμιο σχετικό με το καράβι, όπως Καράβι, Καραβάς,κτλ, και 2) η λέξη καραβιώτης δήλωνε και τον ναύτη, ο καραβίσιος. (ΛΔΗΜ)

Καράβολας- Από το ιδιωμ.(Σύμη,Νίσυρος,Ίος,Σαντορ.κτλ) καράβολας, ο σαλίγκαρος, <ιταλ.caragollo. (MEYER)


Καραγάτσης- Από το ν.ε. καραγάτσι=η φτελιά(είδος δέντρου)<τουρκ. karaağaç{ΣΗΤΡ}


Καραγκιόζης- Από το τουρκ. karagoz, μαυρομάτης.{ΣΗΤΡ}


Καραγκούνης- καραγκούνης ,«ο κάτοικος της πεδινής Θεσσαλίας που ασχολείται με τη γεωργία σε αντίθεση με τους Σαρακατσάνους και τους Βλάχους/ και μεταφ. ο φτωχός,ο αγροίκος. Ίσως από το τουρκ. Kara+guna «μαυρή κάπα». Οι Καραγκούνηδες της Θεσσαλίας δεν πρέπει να συγχέονται με τους Καραγκούνηδες-Αρβανιτόβλαχους της Αιτωλοακαρνανίας.{ΤΟΖ}


Καρακάσης- Από το τουρκ. karakas, μαυροφρύδης.{ΣΗΤΡ}


Καράμανλης(Καραμάνης)κτλ)-Από το τουρκ. karaman, ο μαυριδερός, ή ο καταγόμενος από την Καραμανία. Παρόμοια μη πατριδωνυμική χρήση του παραγωγικού επιθήματος -li(λής)μπορούμε να τη συναντήσουμε στα νεοελληνικά λεξιλογικά δάνεια απο την τουρκική μερακλής, μπελαλής, παραλής(παράς-λεφτά), σεβνταλής κτλ. Φυσικά η περίπτωση να σχετίζεται το επώνυμο με την περιοχή της Τουρκίας Karaman δεν είναι καθόλου απίθανη, απλώς δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι σε κάθε περίπτωση πως χρησιμοποιείται το παραγωγικό επίθημα -λής(τουρκ. li) (ΕΠΜΑ) και (ΛΜ)


Καραμουσαλής -είδος ιστιοφόρου πλοίου, [<ουσ. καραμουσαλί + κατάλ.‑ής <τουρκ. Karamusal{ΜΣΚ}


Καραμπέρης- Προσωνυμία που έδιναν άλλοτε οι Ζαγορήσιοι της Ηπείρου στους καμπίσιους Ηπειρώτες. Ίσως από το τουρκ. kara “μαύρος” + αραβ. Ber «ηστεριά» ή από το τουρκ.karabiber«μαυροπίπερο».{ΤΟΖ}


Καραντινός – Επώνυμο που ανήκει στα εθνικά και εμφανίζεται ήδη από τα βυζαντινά χρόνια. Τπνμ. Κάρανδα,τα στην περιοχή της Καρίας της Μικράς Ασίας. Ως επώνυμο ήδη από την Παλαιολόγεια εποχή, Καραντηνός Δοσίθεος, Θεσσαλονίκη,1385.{ΤΟΖ}


Καρατζάς- Από το τουρκ. karaca,μελαχρινός.{ΣΗΤΡ}


Καρβουνάρης-Κατασκευαστής ή πωλητής κάρβουνων, μσν.κάρβουνο(ν) < κάρβων<λατ. Carbo. Ως επώνυμο ήδη από την Παλαιολόγεια εποχή.{ΜΣΚ}(BZP)



Κάργας/Καργάκος- Απο το διαλεκτ. κάργας, ο "χλευαστικώς επιδεικνυόμενος ως δήθεν σπουδαίος-ανδρείος, κομπαστής:μη μας κάνεις τον κάργα.". ή από το δημώδ. κάργα, γέμιση όπλου: «αντίς για κάργες βάνουσι τ’ αρνίθια και κρεμνούσι «(Τζάνε, Κρ. πόλ. 42511). [<βεν. carga]{ΜΣΚ}(ΛΔΗΜ)


Καρδάρας -κάδος: (Mάξιμ. Kαλλιουπ., K. Διαθ. Iω. δ´ 11 σχόλ). [<ουσ. καλδάριον (10. αι., Soph.) <μεσν. λατ. Caldarium{ΜΣΚ}


Καρδάσης- Από το τουρκ. kardas-καρτνάσης, αδερφός, φίλος.{ΣΗΤΡ}


Καρελιάς- Ο κατασκευαστήςκαρελιών(καρέλια,τα), όπως λέγονται στην Ήπειρο τακαρούλια «ο τροχίσκος της τροχαλίας ή και ολόκληρη η συσκευή, το καρούλι» .Καρέλι< καρούλι< λατ. carrulus.{ΤΟΖ}


Καρίπης(Καριπίδης) -έφιππος πολεμιστής του οθωμανικού στρατού: (Tάξ. θύρ. 18, 44). [<τουρκ. garip{ΜΣΚ}


Καρκα(ν)τζάς ο. 1) Κεφάλι, «ξερό»· το μυαλό κάπ.: «Ειδέ πολλάκις δόξει την και φθάσει οΚαρκατζάς» -(Προδρ. I 35). 2) Το πτηνό φραγκόκοτα: (Πουλολ. 219). [<ουσ. καρκάτζι + κατάλ. ‑άς (πβ. Τσαβαρή, Πουλολ., σ. 147)]{ΜΣΚ}


Κάρκαλης-καρκάλλιν ,είδος φορέματος που έφθανε ως τα πόδια: το καρκάλλιν το λαμπρόν, το μεμαργαρωμένον (Καλλίμ. 1556). [<ουσ. καρακάλλιν (ιδιωμ. σήμ., Κουκουλές, Αθ. 35, 1923, 193) <καρακάλλιον (5. αι., L‑S, Lampe) <καράκαλλον (4. αι., L‑S) <λατ. Caracalla{ΜΣΚ}


Καρκαλούσης- Στη Χίο ο μεταμφιεσμένος στις απόκριες, ο κουδουνάτος.{ΣΧΓ}


Καρλάυτης-Χαρλαύτης ή Γαρλαύτης- Αυτός που έχει μεγάλα αυτιά(Πελοπ.).{ΠΠΠ}


Καρναβάς-καρναβάς, κάλυμμα του κεφαλιού των κατώτερων κληρικών.{ΜΣΚ}


Καρούνης- Από το τουρκ. karun, ο βαθύπλουτος.


Καρπέτας-καρπέτα η,μακρύ γυναικείο φόρεμα που καλύπτει το σώμα από τη μέση και κάτω, φούστα<βεν.Carpeta{ΜΣΚ}


Καρπούζης-ν.ε. καρπούζι<τουρκ. karpuz{Λ.Τ.}


Καρτακάζας-καρτακάζα ,τυροτρίφτης, [<βεν. gratacasa]{ΜΣΚ}


Καρτάλης- Από το τουρκ. kartal, αετός.{ΣΗΤΡ}


Καρτσανάς- ο κατασκευαστής καλτσών ή υποδημάτων: (Πουλολ. 331). [πιθ. <ουσ. 


Κάρτσανάς/Κάρτσωνας-καρτσονάς <ουσ. καρτσόνι (πβ. καλτσόνι) + κατάλ. ‑άς, κατασκευαστής καλτσών.{ΜΣΚ}


Καρύδης- ν.ε. καρύδι,μσν.καρύδι< αρχ. καρύδιον{Λ.Τ.}


Καρυπίδης(Γκαριπίδης)- Από το τουρκ. garib=ο ξένος,και την κατάλ. –ίδης ,πβ.Ξενίδης.{ΠΕ}


Καρύκης- Από το ιδιωμ. καρύκι, το «μήλο του Αδάμ», σχετικό με το κάρυον, το καρύδι. Καρύκης, επώνυμο Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως τον 16οαιώνα, γόνος ιστορικής οικογένειας της Αθήνας. (ΛΔΗΜ)


Κασάλης/Κασαλιάς- Από το τουρκ. kasali, «αυτός που έχει ταμείο, θησαυρό».{ΤΟΖ}


Κασάπης- Από το τουρκ. kasap, ο κρεοπώλης, χασάπης.{ΣΗΤΡ}


Κασίδης(Κασιδόκωστας)- κασιδιάρης-που πάσχει από κασίδα* κασίδα η. Αρρώστια των τριχών του κεφαλιού: (Ιατροσ. κώδ. υνα´). <ουσ. κασσίδιον{ΜΣΚ}


Κασιούρας- Από το βλαχ. caşu «τυρί»(<λατ.caseus) και την λατινογενή καταλ. –ura.{ΤΟΖ}


Κασνής- Από το ιδιωμ.(βορ.Ελλ.) κασνί,<τουρκ.kasni, είδος φυτού, το γάλβανο,η φερούλα.{ΤΟΖ}


Κασσαβέτης- Από το τουρκ. kasavet, λυπημένος, ανήσυχος.{ΣΗΤΡ}


Καστανάς- Απο το ν.ε. κάστανο< ελνστ.κάστανον, συν την επαγγελματική κατάληξη -άς(βλ. φαναράς, πιατάς, καρβουνάς κ.α.). {Λ.Τ.}


Καταχανάς- Απο το δημωδ. καταχανάς,1) το  κακοποιό δαιμόνιο, βρικόλακας,2) ο εφιάλτης, 3)ο αδηφάγος, άπληστος.(ΛΔΗΜ)

Κατεβάτης- Από το διαλ. κατεβάτης, <μεσν.καταβατόν,ο κατωφερής. Η λέξη χρησιμ. και στη λαική μετεωρολογία, ως προσδιορισμός δυνατών ανέμων και κακοκαιρίας.{ΤΟΖ}


Κατέλης/Κατάκης/Κατής- Ίσως σχετικό με το ν.ε. κατής<τουρκ.kadi, ο Τούρκος δικαστής επι τουρκοκρατίας,πρβ. επων. Πασσάς, Μπέης κτλ. Το Κατέλης πιθανότερα σχετικό με το ιταλ.catello=το μικρό σκυλί.πρβ. γενοβ. όνομα Κατελούζος.{ΤΟΖ}


Κατραμάδος- κατραμάδος, επίθ. 1) Aλειμμένος με πίσσα: τοίχο κατραμάδο (Bαρούχ. 6236). 2) (Μεταφ., προκ. για αμπέλι) που το χώμα του είναι αδιαπέραστο: (αυτ. 6173). [<βεν. catramado]{ΜΣΚ}


Κατραούρας- Από το ιδιωμ.(Αιτ/νια) κατράου, κατουράω, κατραούρας ο κατουρλής. {ΓΛΑΙΤ}

Κατσάκος- Από το τουρκ. kacak, δραπέτης, κλεφτης.{ΣΗΤΡ}


Κατσανέβας- Από το δημωδ. κατσανέβας, ο φορτοεκφορτωτής,χαμάλης {ΜΚΣ}


Κατσάνης- Από το τουρκ. kacan, εκείνος που φεύγει, ο φυγάς.{ΣΗΤΡ}


Κατσαντώνης- Επώνυμο περίφημου προεπαναστατικου Σαρακατσάνου κλέφτη. Κανονικό του όνομα Αντώνης Μακρυγιάννης. Το όνομα με το οποίο έγινε γνωστό ετυμολογείται από το τουρκ.kaçan”φυγάς” και το βαφτιστικό Αντώνης.{ΤΟΖ}


Κατσαχνιάς- Από το ιδιωμ. κατσαχνιά, η καταχνιά, η αραιή ομίχλη, <μσν. καταχνιά, <κατ(α) –αχν(ος)-ιά.. Πρβλ. παρόμοιας σημασίας επών. Κατσιφάρας.


Κατσηφάρας- Από το δημωδ. κατσιφάρα(Πελ/σο,Κρήτη, κτλ),μτφ ο κατηφής, και κατσηφιά η ομίχλη.{ΜΚΣ}


Κατσίγαρης- καστιγαρίζω. Τιμωρώ: (Βουστρ. 3107‑8). [<ιταλ. castigare. Τ. καστιορίζω]{ΜΣΚ}


Κατσίκης- Από το τουρκ. kacik, ν.ε.κατσίκι, ίσως ο βοσκός κατσικιών ή ο γρήγορος σαν κατσίκι.

Καφανταρης- Από το τουρκ.περσ. kafandar, σύντροφος, επιστήθιος φίλος.{ΣΗΤΡ}


Καφάς -σβέρκος: (Φορτουν. Δ´ 407). <τουρκ. Kafa{ΜΣΚ}


Καφίρης - Απο το μεσν.δάνειο καφίρης,ο άπιστος, [<τουρκ. Kâfir]{ΜΣΚ}


Καφτάνης- Από το τουρκ. kaftan,πολυτελής μανδύας.{ΣΗΤΡ}


Καχραμάνος- Από το τουρκ. περσ. kahraman, ήρωας.{ΣΗΤΡ}


Καψάλης-Σχετικό με τη λέξη καψάλα.Σύμφωνα με το Λεξ. Τριανταφυλλίδη:καψάλα,καμμένο μέρος. [καψ- (καίω) -άλα]. Ως επώνυμο με τη παρόμοια μορφή Καψαλάς απαντάται τον 14ο αιώνα καθώς αναφέρεται κάποιος Καψαλάς στο Νεοχώριον Χαλκιδική. {ΤΟΖ}(BZP)


Καψής- Ίσως σχετικό με το μσν. κάψα,κάμψα, η κίστη , θήκη.{GLOBG}


Κελάρης- κελλάρης, υπεύθυνος για την αποθήκη τροφίμων, οικονόμος <μτγν. ουσ. κελλάριος{ΜΣΚ}


Κελεσίδης-Από το τουρκ.keles-ο κασσιδιάρης.{ΠΕ}


Κελέφας- κελεφός, επίθ. λεπρός: (Ασσίζ. 12422). Η λ. ως παρων.: (Μαχ. 1817). [μτγν. επίθ. κελεφός]{ΜΣΚ}


Κελλάρης/Κελάρης- Από το μσν.κελλάριος, ο υπεύθυνος για την αποθήκη τροφίμων, οικονόμος.{GLOBG}


Κέμος- Από το τουρκ. kem, ελλατωματικός.{ΣΗΤΡ}


Κεντέρης- Σχετικό με το τουρκ. keder, λύπη.{ΣΗΤΡ}


Κέπας- Από το αρβαν/ kjeπε, κρεμμύδι.{ΣΗΤΡ}


Κεφίλης- κεφίλης ο· κιφίλης. Εγγυητής- <τουρκ. Kefil{ΜΣΚ}


Κεχαγιάς- γραμματέας ανώτατου αξιωματούχου, <τουρκ. kehaya <περσ. Kethüda{ΜΣΚ}


Κιννάμος-όνομα Βυζ.ιστορ., κίνναμον το. είδος αρωματικού ξύλου, κανέλα: (Θησ. ΙΑ´ [287]). [μτγν. ουσ. κίνναμον]{ΜΣΚ}


Κιόρης- Από το τουρκ. kör “τυφλός”.{ΤΟΖ}


Κιρμιζής- επίθ.· κερμεζής· χρεμεζής· Κόκκινος, ερυθρός, <τουρκ. kιrmιzι· πβ. ιταλ. chermisi, cremisi{ΜΣΚ}


Κίσσας- Από το δημωδ. κίσσα, είδος αποδημητικού πουλιού, <αρχ. κίσσα.


Κλαδάς- (όνομα Χειμαριώτη στρατιώτη) από το κλαδί, βλαστός δέντρου ή θάμνου, κλωνάρι, κλαδί, βέργα,(βλ. Βεργής,Κλωνάρης,Κλάδος,Κλάρας){ΜΣΚ}


Κλάπας- ν.ε. κλάπα, «ξύλινα έμβολα όπου στηρίζονται τα πλαίσια παραθύρων.θυρών κλπ.»Κλάπα< ίσως από το λατ. clava.{ΤΟΖ}


Κλαψής/Κλαψάκης/Κλαψιάρης- ν.ε. κλάψα, κλάμα.{ΤΟΖ}


Κλής- Συγκεκομμένος τύπος τουΠερικλής και Θεμιστοκλής.{ΤΟΖ}


Κλούρας- Από το ιδιωμ.(Αιτ/νια), κλούρι/κλούρα, το κουλούρι/κουλούρα<μσν. κουλούρα < ελνστ. κολλούρα< αρχ. κολλύρα.(ΛΤ) {ΓΛΑΙΤ}

Κλωνάς/Κλωνάκης/Κλωναράς/Κλωναράκης, Κλωνάρης/Κλωναρίδης- από το μεσν./δημωδ. κλώνι, το κλωνάρι, το τρυφερό μικρό κλαδί, σαν χαρακτηρισμός ανθρώπου με την έννοια του παληκαριού, του νέου,< < ελνστ. κλωνίον υποκορ. του αρχ. κλών.


Κοίλιαρης-κοιλιάρης, επίθ.· ουδ. κοιλιάριν. Που έχει μεγάλη κοιλιά: χοντρός και κοιλιάρης (Ερμον. Δ 236). [<ουσ. κοιλιά + κατάλ. ‑άρης]{ΜΣΚ}


Κοθρής- Απο το δημωδ. κοθρής, αυτός που μαζεύει υπολείμματα ψωμιού,ψίχες(αλλιώς κοθρί), μτφ. ο ευτελής και συμφεροντολόγος, μεσν. κόδρα `γύρος ψωμιού, γύρος ταψιού΄<λατ. codra.(ΛΔΗΜ)


Κόκας- Από το αρβ. kokë-a «κεφάλι».{ΤΟΖ}


Κόκκαλης- Από το ν.ε. ους. κόκαλο, ή το μεγενθ. κόκαλος<αρχ.κόκκαλος, και την καταλ. –ης.{ΤΟΖ}


Κόκκας/Κίκιζας- Από το αρβαν. κοκje/κόκα, το κεφάλι.{ΣΗΤΡ}


Κοκκωτός- κοκκωτός, επίθ.· κουκκωτός. κατάστικτος, πιτσιλωτός, <ουσ. κόκκος + κατάλ. ‑ωτός{ΜΣΚ}


Κοκόνης- Από το διαλεκ.(Ηπειρ.) προσηγορικό κοκόνι, το μικρό σκυλί, υποκορ. του κοκόνα.{ΤΟΖ}


Κοκόζης- Από το τουρκ. kokoz, ο φτωχός, ενδεής.(ΕΠΜΑ)


Κολαούζης- οδηγός,μτφ. ο ενοχλητικός, <τουρκ. Kιlavuz{ΜΣΚ}


Κολιός-είδος ψαριού, αρχ.κολί(ας). Στις περισσότερες περιπτώσεις πάντως πρέπει να σχετίζεται με την υποκοριστική μορφή του βαφτ. Νικόλαος>Νικολιός>Κολιός. βλ.παρακάτω. {Λ.Τ.}


Κολλιός/Κολιός- Από τα βαφτ. Κολλιός-Κολιός μορφές του Νικόλαος> Νικολιός>Κολιός. Οι Αρβανίτες χρησιμοποιούν την παραλλαγή Κόλλιας/Κόλιας, με τροπή του ο σε α, όπως παρατηρούμε και σε άλλες περιπτώσεις Νίκος-Νίκας,Ζερβός-Ζέρβας κτλ. 


Κολοκούρης/Κωλοκούρας- Από το ιδιωμ. κουλουκούρα, κωλοκούρα, τα μαλλιά γύρω από την ουρά και τον κώλο του προβάτου, μεταφορικά το μπαξίσι, και κουλουκρίζω, κουρεύω τα πρόβατα. {ΓΛΑΙΤ}

Κολοκυθάς- από το ν.ε. κολοκύθι< μσν. Κολοκύθι<αρχ.κολοκύνθιονυποκορ. τουκολοκύνθη.{Λ.Τ.}


Κολτσίδας,Κολλιτσίδας-Επώνυμο(το πρώτο) Αιτωλοακαρνάνα αγωνιστή του Εικοσιένα. Είδος φυτού κολλητσίδα(Ηπειρ.), αλλού αφορμοχόρτι,επιστ. Potentilla pedata.Kοινή ονομασία διάφορων φυτών, των οποίων οι βλαστοί ή τα σπέρματα περιέχουν κολλητική ουσία . Μεταφ. άνρωπος φορτικός που προσκολλαται απρόσκλητος.< μσν. κολλητσίδα < *κολλητίδα < κολλητ(ός) -ίς > -ίδα(Λεξ.Τριαντ.).{ΔΟΦ}


Κομπωτής- Από το μεσν. και ιδιωμ. επιθ. κομπωτής, ο απατεώνας, από το ρήμα κομπώνω, εξαπατώ,ξεγελώ. Και μτφ. ο ψεύτικος,ο φαντασμένος, <Γλωσ.Ησυχ. κομβόω. Και ως όνομα γνωστής κωμόπολης της Άρτας, το Κομποτί,πατρίδας του Ν.Σκουφά, και χωριό της Αιτωλοακαρνανίας, Κομπωτή.(ΜΣΚ) (ΛΔΗΜ)


Κονδυλάκης/Κονδύλης- Σχετικό με το ν.ε. κοντύλι, ειδική γραφίδα από σχιστόλιθο, με την οποία έγραφαν επάνω στην πλάκα οι πολύ μικροί μαθητές,< μσν. κοντύλι(ν) < ελνστ. κονδύλιον (προφ. [nd] ) υποκορ. του αρχ. κόνδυλος.{Λ.Τ.}


Κονταξής(Κονταξόπουλος, Κονταξάκης, Κοντακτσής, Κοντακτζόγλου)-kundakçi-ο πυρπολητής, εξελληνισμένη ακουστικά kç-ξ *. (ΕΠΜΑ)


Κονταράτος-κονταράτος, επίθ. Οπλισμένος με κοντάρι, <ουσ. κοντάριον + κατάλ. –άτος. Ως επώνυμο ήδη από την Παλαιολόγεια εποχή, Κονταράτος -1264 στην Κεφαλονιά, και τον 14ο στη Μεθώνη, και Πτελέα και Λεύκη Χαλκιδικής. {ΜΣΚ}(BZP)


Κοντζάς- ν.ε. κοντζάς ο. κάλυκας άνθους, μπουμπούκι: τριαντάφυλλα κοντζάδες (Διγ. Α 2845). [<τουρκ. gonca ή konca]{ΜΣΚ}


Κόντης- α) Τίτλος ευγενείας στη φεουδαρχική Δύση, κόμης: (Δούκ. 8521‑2)· β) ως προσφών.: (Κορων., Μπούας 149). [<ιταλ. conte - παλαιότ. γαλλ. Conte],πρβ.Δούκας, Μπέης κτλ.Ως επώνυμο ήδη από την Παλαιολόγεια εποχή.{ΜΚΣ}(BZP)


Κοντόσταυλος-κοντόσταβλος·. 1) Ανώτατος αξιωματικός (αξιωματικός τρίτος στην στρατιωτική ιεραρχία μετά τον πρωτοστάτορα και τον μεγάλο στρατοπεδάρχη): <μεσν. λατ. Conestabulus. Ως επώνυμο ήδη από την Παλαιολόγεια εποχή, αναφέρεται κάποιος με επώνυμο Κοντόσταυλος το 1321 στη Χαλκιδική.(BZP)


Κοργιαλάς/Κοριαλάς- Από το ιδιωμ.(Αιτ/νια) κοριάλο/κουριάλου, εύληπτη τροφή παρασκευασμένη ειδικά για τους μελλοθάνατους, κοριαλάς ο παραγωγός της. {ΓΛΑΙΤ}

Κόρδας-i) χορδή μουσικού οργάνου,ii) έγχορδο μουσικό όργανο, iii)χορδή τόξου, μτφ ο κορδωτός, ευθυτενής.{ΜΣΚ}


Κορμαλός/Κορμαλάς- Από το δημωδ. κορμαλός, αλλιώς κορμαράς, ο σωματώδης,και μεγαλόσωμος. (ΛΔΗΜ)


Κορμπάκης/Κορμπόπουλος- Από το ιδιωμ. κόρμπα(η), κόρμπος(ο), ο μούλος, και κυρίως ο μαύρος, ο σκούρος, χαρακτηρισμών μαύρων αιγοπροβάτων. Η λέξη στα τσακώνικα, αλλά τουλάχιστον σε όλη την Πελοπόννησο, <λατ.corvus-κοράκι. (ΛΞΤΣ)


Κοροβέσης- Από το αρβαν. korroveshe,(korr + vesh), είδος στάμνας, σαν επίθετο δηλώνει τον κουτσάφτη, τον χωρίς αυτιά. {ALBD}


Κορφιάς- Από το διαλεκτ.(Μάνη και αλλού) κορφιάς,κορφέας, η ανώτατη οριζόντια δοκός της στέγης,ετυμολογικά σχετικό με την κορυφή,πρβλ παρόμοιας σημασίας επώνυμα Γκλαβάνης, Πρέκκας.(ΛΔΗΜ)


Κορφιάτης- Επώνυμο που δηλώνει καταγωγή από την Κορφώ/Κορυφώ, αλλιώς η Κέρκυρα, η ονομασία καταγράφεται από την Άννα Κομνηνή-11ος αι.{ΤΠΝΜ}


Κοσκινάς -αυτός που κατασκευάζει ή πουλάει κόσκινα: (Προδρ. III 198). [<ουσ. κόσκινον + κατάλ. ‑άς]{ΜΣΚ}


Κόσκος- Από το αρβαν. κόσκε-α, κόκκαλο.{ΣΗΤΡ}


Κοτζαλής(Κοτσαλίδης,Κοτσαλής)- Από το τουρκ. kocali, η παντρεμένη γυναίκα.(EΠMA)


Κοτζαμάνης- Από το τουρκ. kocaman, μεγαλόσωμος.{ΣΗΤΡ}


Κοτζιάς- Από το τουρκ. koca, μεγάλος, πβ. κοτζάμ.{ΣΗΤΡ}


Κοτσάκης/Κοτσακίδης- Από το τουρκ. koçak «ανδρείος,θαραλέος». Σε πολλές περιπτώσεις το επώνυμο μπορεί να προέρχεται από τη μορφή του βαφτ. Κώστας-Κώτσος και την υποκοριστική κατάληξη –άκης.{ΤΟΖ}


Κότσιαρης/Κώτσιαρης- Από το βαφτ. Κότσιος<Κωνσταντίνος. Σχετικό με το βουλγ. Kоцо.{ΤΟΖ}


Κοτσώνης- Από το ιδιωμ. ρημ. κοτσώνω, επαίρομαι, κορδώνομαι, και κοτσώνης ο επηρμένος. Πιθανό είναι να είναι απλώς μια υποκορ. μορφή του ονόματος Κώστας>Κότσος, με την υποκορ. κατάληξη -ώνης(πρβλ. το υποκορ. επίθημα -όνι, βλ. κλεφτρόνι, στριφόνι κ.α.). Παρόμοια σχηματίστηκαν επώνυμα όπως Γεωργιώνης, Γιαννακαρώνης, Διακώνης, Δροσώνης, κ.α. (ΛΔΗΜ)


Κουβαράς- Από το δημωδ. κουβαράς, ο κατασκευαστής, ο πωλητής κουβαριών νήματος. , <αρχ. κόβαρος. Ως επώνυμο τουλάχιστον απο τον 14ο αιώνα, καθώς αναφέρεται στην Πάφο της Κύπρου κάποιος Μιχαήλ του Κουβαρά, το 1360 ένας πρωτοψάλτης Κουβαράς, το 1368 κάποιος χαρτοφύλαξ Θεόδωρος Κουβαράς κ.α.  (ΛΔΗΜ) (BZP)

Κούβελας-Από το μεσν. κουβέλι το. κυψέλη: της μέλισσας, <παλαιότ. γαλλ. cuvel(l)e, cubel{ΜΣΚ}


Κουλακμάνης- Από το τουρκ.kulak, αυτιάς, συν το επιτακτικό μόριο -μάν(ης), "αυτάρας".(ΕΠΜΑ)


Κουκής/Κουκκής/Κουκκίος- Σχετικό με το ν.ε. κουκκί, το όσπριο,< μσν. κουκκί(ν)< < ελνστ. κοκκίον υποκορ. του αρχ. κόκκος. πρβλ. Φασουλής,Νεράντζης, Ρεβύθης κτλ. Ως επώνυμο τουλάχιστον απο τον 14ο αιώνα, το 1348, καθώς αναφέρεται κάποιος πάροικος στις Σέρρες, Μιχαήλ Κουκκής. (ΛΔΗΜ) (BZP)

Κουκουβάς-ο· κουκκουφιάς. κουκουβάγια, ηχοπ. λ. ή <ουσ. κουκούβα{ΜΣΚ}


Κουκούδης- κόκκος, κουκούτσι, <ουσ. κόκκος + κατάλ. ‑ούδι(το χαλάζι){ΜΣΚ}


Κουκουζέλης- κουκουτσέλα, κουκουνάρα(παροιμ: απήρα εγώ παρ’ εκείνου … κουκουτσέλα, εκείνος δε παρ’ εμού βρύα, Σφρ., Χρον. 64), [<ουσ. κουκούτσιν + κατάλ. -έλα{ΜΣΚ}



Κουκουλιός/Κουκουλός/Κουκουλόπουλος- Από τη καταγεγραμμένη υποκορ. μορφή του βαφτ. Νικόλαος, στα βορειοελλαδικά ιδιώματα, Κουκουλιός<Κουλιός< Κολιός<Νικολιός<Νικόλαος. (ΒΕΛΒ)
Κουκούμης/Κουκουμάς- Από το ουσ.κουκούμιν το. Χάλκινο δοχείο νερού· χύτρα. μτγν. ουσ. κουκκούμιον. Το δεύτερο επώνυμο σχηματίστηκε με την συχνή επαγγελματική κατάληξη –άς(βλ. Φαναράς, Καλαθάς , Πιατάς, κ.α.) . Ως επώνυμο τουλάχιστον απο τον 14ο αιώνα, καθώς αναφέρεται κτηματίας στην Βέροια το 1325 με το επώνυμο Κουκούμης, αλλά και ένας Νικόλαος Κουκουμάς τον 15ο αιώνα.{ΓΛ} (BZP)

Κουκούρης -ο. αγροίκος, άξεστος άνθρωπος: « Της χώρας είμαι εγώ άθρωπος και μη με λες κουκούρη» (Στάθ. Γ´ 427). κούκουρον το. Φαρέτρα: τα κούκουρά του εβάσταινε, το απελατίκι εκράτει (Χρον. Μορ. H 5062). [<μεσν. λατ. cucurum. Η λ. τον 7. αι.][<ουσ. κούκουρον* + κατάλ. ‑ης]{ΜΣΚ}


Κουλούκης- Από το μσν. κουλούκης, ουσ. *κυλάκιον <σκυλάκιον κουτάβι ή (υβριστ.) ανόητος, απερίσκεπτος. Εμφανίζεται ως επώνυμο τον 9οαιώνα, Theophanes ο και Ισαάκιος,Bonnae,1839.{GLOBG}{ΜΣΚ}


Κούμαρης-κούμαρι, αγγείο πήλινο ή γυάλινο, κανάτι, μσν. κουκουμάριον με απλολ. [kuku > ku] υποκορ. του ελνστ.κούκουμ(α) -άριον (< λατ. cucuma){ΜΣΚ}


Κουμάς- Επώνυμο σχετικό με το διαλεκτ.(Κρήτη). κούμος,ορνιθώνας,καλύβι.{ΚΡΗΤ}


Κουμέλης- Από το ν.ε. κουμέλλα, μικρό πήλινο δοχείο όπου βάζουν συνήθως γάλα και γιαούρτι. <μτγν.καμέλλα=είδος ποτηριού.{ΑΝΤΖ}


Κουμπής- Συνηθισμένο επών. Σαρακατσάνων του Ζαγορίου από το ν.ε.κουμπί<μεσν.κομβίον,υποκρ. του αρχ.κόμβος. Στην περίπτωση των Ζαγοριτών χρησιμοποιείται μεταφορικά με τη σημασία του επιθέτουκουμπένιος-καλοκαμωμένος.{ΤΟΖ}


Κουμπουρης-κουμπούρι (λαϊκότρ.) το όπλο, και κυρίως το πιστόλι. [μσν. κουμπούρι `θηκάρι΄ < τουρκ. kubur -ι, κατά τη σημερ. σημ. της τουρκ. λ.: `πιστόλι του ιππικού΄]{ΜΣΚ}


Κουνάδ(β)ης-κουνάδι, κουνάβι, <σλαβ. kuna + κατάλ. ‑άδι{ΜΣΚ}


Κούνδουρος- 1) Κολοβός, με κομμένη ουρά: σκυλί κουντούρι (Σπαν. (Ζώρ.) V 389). 2) Κοντός: κόβγει τα (ενν. τα ρούχα) ως τα γόνατα και κούντουρα τ’ αφήνει (Ερωτόκρ. Δ´ 579). 3) (Στη θέση εθν.): εν έτει ‚ςωοδ´ απήραν οι κούντουροι την Μεσημβρίαν (Byz. Kleinchron. Α´ 2141). Η λ. και τ. Κούνδουρος σε τοπων.: (Δωρ. Μον. XX), (Χρον. Μορ. P 1724). [<επίθ. κ{ΜΣΚ}όντουρος. Η λ. τον 9. αι. (βλ. Κριαράς 1988: Β´ 89· Kahane, GR I 571-2), στο Meursius και σήμ. ιδιωμ.]


Κουνέλης- κουνέλι, <ιταλ. coniglio{ΜΣΚ}


Κουνενός- κούνενα,μικρό πήλινο αγγείο που χρησιμοποιούνταν ως ποτήρι {ΜΣΚ}


Κουντουράς- Απο το μεσ.ελλ.(9ος αιων.), κόντουρος ,ο κολοβός ή μεσ.ελλ. κουντούρα, είδος παπουτσιού.{ΜΣΚ}


Κουντούρης (Κουντουράς) - κουντούρι το· κουντόρι. Είδος παπουτσιού· φρ. κρατώ κάπ. εις το κουντόρι = ακολουθώ κάπ. «κατά πόδας», παρακολουθώ κάπ., «έχω κάπ. στο χέρι»: (Χρον. Τόκκων 2836). [ουδ. του επιθ. κούντουρος ως ουσ. ή <ουσ. κουντούρα]{ΜΣΚ}


Κούντουρος-(κοντός, ουρά), ο κολοβός, Η λέξη και στον Σουΐδα(10ος αι.)=κούθουρον, τον κούντουρον.{GLOBG}


Κουρβούλης- Από το δημωδ. κουρβούλα, ο κορμός του αμπελιού, η κουρμούλα. Μτφ. ο αδρανής, ο ακίνητος. Ως επώνυμο τουλάχιστον απο τον 14ο αιώνα, καθώς αναφέρεται κάποιος Γεώργιος Κουρβουλέας στα Τρίκαλα Θεσσαλίας. (ΛΔΗΜ) (BZP)



Κουρεμάδης- Από το δημωδ. κουρεμάδι, κούρεμα σίρριζα με το ψαλίδι ή τη ψηλή χειρομηχανή. (ΓΛΗΛ)

Κουρής- Ίσως από το δημωδ.κούρης, ο περιφερόμενος εδώ και εκεί ασκόπως, φυγόπονος, άεργος. Ή σχετικό με το μεσν. κουρά, 1)κουρά (ως μέρος της τελετής της χειροτονίας ιερωμένου),ή 2)η ιδιότητα του μοναχού. Ως επώνυμο,Κουρής, εμφανίζεται πρώτη φορά τον 13ο αιώνα, κάποιος Κουρής Κωνσταντίνος,στην Τραπεζούντα. (ΛΔΗΜ) (ΜΣΚ)(BZP)


Κουριέρης- ταχυδρόμος, <ιταλ. Corriere{ΜΣΚ}


Κουρκούλης- Από το διαλεκτ.(Ηπειρ.) κουρκούλι, η πέτρα, το λιθάρι.{ΤΟΖ}


Κουρκουμέλης- Ίσως σχετικό με το μσν. κούρκουμο, είδος χαλιναριού, φίμωτρο. <λατ. curcuma. H λ. στον Hσύχ.(6ος αι.) και στα Πτωχοπροδρομικά(12οςαι.). Συν την ιταλογενή κατάληξη –έλης, που συνηθίζεται στη Μυτιλήνη , Αϊβαλί, Λήμνο, Ίμβρο κτλ.{GLOBG}


Κουρκουμπέτης- Από το βλαχ. curcubeta=το κολοκύθι,<λατ.curcubita. πρβλ. Κολοκύθας.{ΤΟΖ}


Κουρμούλης- Από το ιδιωμ. κουρμούλι, κορμός δέντρου, χαμόκλαδου.{ΣΗΤΡ}


Κουρούζης- κουρουζής ο. Παλαίμαχος γενίτσαρος,<τουρκ. Korucu{ΜΣΚ}


Κουρούκλος- κουρούκλα είδος τεύτλου, πιθ.<λατ.*colucula]{Λ.Τ.}


Κουρούνης- κουρούνα ,κορώνη, είδος πουλιού,μτφ, «γίνομαι κουρούνα» = μεθώ υπερβολικά, <αρχ. ουσ. κορώνη{ΜΣΚ}


Κουρούπας(-ης,-ος)- πήλινο δοχείο, πιθάρι, <ουσ. κουρούπι + κατάλ. ‑α ή <ουσ. κορύπη{ΜΣΚ}


Κουρούπης/Κρούπης- Από το ν.ε. κουρούπι(και κρούπι με συγκοπή του άτονου ου),»πήλινο δοχείο». <ουσ. κορύπη, μτφ. ο μεθυσμένος.{ΤΟΖ}


Κουρούσης- Από το τουρκ. kurus ,το γρόσι.{ΤΟΖ}


Κουρσούνης- κουρσουνιά ,τουφεκιά, <τουρκ. Kurşun{ΜΣΚ}


Κουρτέλας- κουρτέλλα, μαχαίρι, <βεν. Cortela{ΜΣΚ}


Κουρτέσης- κουρτέσης, θηλ. κουρτεσά, ευγενικός, λεπτός στους τρόπους, <μεσν. γαλλ. corteis ή <ιταλ. Cortese{ΜΣΚ}


Κουρτίδης- Από το τουρκ. kurt, λύκος.{ΣΗΤΡ}


Κούσκουρας / Κουσκούρης- Από την κεφαλλ. ιδιωμ. λέξη κούσκουρας, ο φλύαρος, πολυλογάς.{ΓΚΕ}


Κουτουμάνος- Από την κεφαλλ. ιδιωμ. λέξη κουτουμάνος, το μικρό ευτραφές κουτάβι, σπάνια και το μικρό παιδί με τα ίδια χαρακτηριστικά.{ΓΚΕ}



Κουτουρλός- Από το ιδιωματικό(Αιτωλοακαρνανία) κουρουρλός, ο κουτσάφτης, αυτός με κουτουρλεμένα(κουτσουρεμένα) τ’αφτιά. (ΙΛΝΕ)
Κούτρας/Κούτρης- Απο το δημώδ. κούτρα, το κεφάλι. Το επώνυμο ίσως με την έννοια του «κεφάλα». Ετυμολογικά προέρχεται απο το μεσν. κούτρα και αυτό με τη σειρά του απο το λατινικό scutra. Ως επώνυμο τουλάχιστον από τον 14ο αιώνα(1304), αναφέρεται κάποιος Δημήτριος Κούτρας, πάροικος Λήμνου. {Λ.Τ.} (BZP)

Κουτρούλης- κουρεμένος· φαλακρός, Xρον. Mορ. H 3061, σχετ. με το ουσ. κούτρα.{ΜΣΚ}


Κουτρούμπας- κουτρούβιν,είδος πήλινου δοχείου, πιθ. <ουσ. κουτρούπι(ον) <κούτρα, H λ. τον 11. αι..{ΜΣΚ}


Κουτσούμπας- Από το διαλεκτ. κουτσουμπός, α άνευ κορυφής, ”κουτσουμπό κυπαρίσσι”, ”κουτσουμπή μύτη”, γενικά ο κολοβός. Ετυμολογικά σχετικό με το “κουτσός”.(ΛΔΗΜ)


Κουτσομύτης- που έχει κομμένη μύτη, ως επώνυμο τον 11. αι στην Αλεξιάδα της Ειρήνης της Κομνηνής. Ταυτόσημο με το βυζ. Ρινότμητος, λόγω της συνήθους τιμωρίας να κόβουν την μύτη στον ένοχο.{ΜΣΚ}


Κουτσούκος- Από το τουρκ. kucuk, μικρός.{ΣΗΤΡ}


Κουτσουλιανός- Από την κεφαλλ. ιδιωμ. λέξη κουτσουλιανός, είδος πτηνού, ο κορυδαλός.{ΓΚΕ}


Κουτσούνης- ίσως από το δημωδ. κουτσούνα ,η κούκλα.{ΜΣΚ}


Κουτσουρέλας/ης- Από το ιδιωμ.(Ζαγ.) κουτσουρέλα- η άτεκνη, σχετικό ετυμολογικά με το κουτσ(ος). (MEYER)


Κουτσούτης- Από το διαλεκτ.(Χίος) , κουτσούτα αίγα, γίδα με κοντά αυτιά, πρβ. κουτσάφτης.{ΠΧΓ}


Κόφας- η· κούφα. μεγάλο κοφίνι,<βεν. cofa{ΜΣΚ}


Κραμπής- Από το δημωδ. κραμπί, το φυτό κράμβη, το λάχανο, <αρχ. ουσ. κραμβίον.


Κρανίδης- Από το μεσν. κρανίδι(ον), το μικρό κράνος, μικρή περικεφαλαία. Και τοπωνύμιο, Κρανίδι στην Αργολίδα, ίσως από κάποιον πρώτο οικιστή του οικισμού, Κρανίδη. (ΛΔΗΜ)


Κρανιδιώτης-Επώνυμο που δηλώνει καταγωγή από την κωμόπολη του Κρανιδιού Αργολίδας. Επώνυμο αδικοχαμένου πολιτικου.{ΤΠΝΜ}


Κρασάς- Το επώνυμο από το ν.ε. κρασί<μσν.κρασίν,κρασίον. Δηλώνει τον οινοπώλη, ή τον παραγωγό κρασιού. Εμφανίζεται ως επώνυμο τον 10ο αι. στο Theophanes Continuatus (198,17).{GLOBG}


Κρεμανταλάς-Από το επίθετοκρεμανταλάς ο ,θηλ. κρεμανταλού ,(οικ.) χαρακτηρισμός ανθρώπου πολύ ψηλού, άχαρου και άκομψου στις κινήσεις. < *κρεμομανταλάς< κρεμ(ώ) -ο- + μανταλ(άκι) -άς· κρεμανταλ(άς) –ού.{Λ.Τ.}


Κρεμαστινός- Επώνυμο που δηλώνει καταγωγή από χωριό με το όνομα Κρεμαστη. Χωριά με αυτό το όνομα υπάρχουν στη Ρόδο, Ξάνθη,Λακωνία.{ΤΠΝΜ}


Κρέμος- Από το μεσν. κρέμμυον, το κρεμμύδι. Σαν επώνυμο αναφέρεται ήδη με τη μορφή Κρεμού, και Κρεμουλής-Κρεμμός τον 13ο και 14ο αιώνα αντίστοιχα. (ΛΔΗΜ) (BZP)


Κριεζής- Από το αρβαν. κρίε(κεφάλι) και το δεύτερο συνθ. –ζι (μαύρο), δλδ ο μαυροκέφαλος.{ΣΗΤΡ}


Κριεκλόκης- Από το αρβαν. κρίε(κεφάλι) και κλόκε(άδειος), ο κουφιοκέφαλος.{ΣΗΤΡ}


Κριεκούκης- Από το αρβαν. κρίε(κεφάλι) και κούκj-ι (κόκκινος), ο κοκκινοτρίχης.{ΣΗΤΡ}


Κριεκούκης- Από το αρβαν. κρίε(κεφάλι) και μάδε(μεγάλος), ο κεφάλας.{ΣΗΤΡ}


Κριθάρης-ν.ε. κριθάρι<μσν.κριθάρι(ν) < ελνστ.κριθάριονυποκορ. του αρχ.κριθή{Λ.Τ.}


Κρικέλης- κρικέλλιον το· κερκέλλι· κιρκέλλιν· κρικέλλι· κρικέλλιν, κρίκος, χαλκάς, <ουσ. κρίκελλος, H λ. τον 6. αι.(Μαυρίκ.Στρατ.1,2){ΜΣΚ}



Κριτής-  Από τη λέξη κριτής, που εκτός της διαχρονικής της σημασίας, αυτός που κρίνει, επι Βυζαντίου, τίτλος αξιώματος, επιτηρητής της τάξης αναλόγως-κριτής του ιπποδρόμου,-κριτής του βήλου κτλ. Η λέξη σαν επώνυμο από την περίοδο των Παλαιολόγων, τουλάχιστον, ως Κριτής, Κριτόπουλος. (ΛΔΗΜ)


Κροκάς- Από το μεσν. κρόκα/κρόκη, το υφάδι,το δημωδ. κροκίδι, συν την παραγ. καταλ.-ας. Ως επώνυμο τον 14ο αιώνα, ως Κροκάς στο Άγιο Όρος, και ως Κροκκάς στην Ιερισσό(1300). (ΛΔΗΜ) (BZP)


Κροκύδας- κροκύδα, μαλλί ξασμένο, αρχ. ουσ. κροκύς.{ΜΣΚ}


Κροντηράς- Από το δημωδ. κροντήρι, ο κρατήρας, από το μεσν. κροντήριον< κρυωρήριον, εκεί που κρυώνει το νερό. Συν την κατάλ. –άς, που δηλώνει επάγγελμα (πρβλ.φαναράς, παπλωματάς, γαλατάς κτλ).


Κρούσκας- Από το αρβαν. krushk, ο κουμπάρος, και ο ανύπαντρος συγγενής, <*kushker<λατιν.consocer”πεθερός”.{ALBD}


Κτενάς/Χτενάς- Από το δημωδ. χτένα, και την παραγ.καταλ.-άς, ο κατασκευαστής χτενών, το «κ» στην πρώτη εκδοχή ίσως οφείλεται σε «λόγια ευφωνία». < ελνστ. κτένιον. (ΛΔΗΜ) (Λ.Τ.)


Κυδώνης-ν.ε. κυδώνι, μσν.κυδώνι(ν) < ελνστ. κυδώνιον< αρχ. Κυδώνια μλα{Λ.Τ.}


Κυπαρίσσης-κυπαρίσσι, αρχ. ουσ.κυπάρισσος{Λ.Τ.}


Κυράνης/Κυράνας- Μητρων. επώνυμο από το βαφτ. Κυράν(ν)α, μεσν. κυράνα « η μητέρα»,ίσως < κυρά και μεγενθ. καταλ. –άνα.{ΤΟΖ}


Κυριαζής- Από το βαφτ. Κυριαζής, παραλλαγή του Κυριάκος (Τριανταφυλλίδης, Ονόματα,σ.14). Διαδεδομένο σε όλο τον ελληνικό χώρο, Κυριαζόπουλος ,Κυριαζάκης, Κυριαζίδης, Κυριαζούδης κτλ. Επώνυμο του Ρήγα Βελεστινλή(Φεραίου). (ΑΝΧΜ)


Κυρίτσης- τιμητικός τίτλ. 1) κύριος, άρχοντας, 2)αξιωματούχος: του κλήρου κυριτσάδες, <ουσ. κύρης + κατάλ. –ίτσης. Ως επώνυμο τουλάχιστον από τον 11οαιώνα,(Κυρίτζης).{ΜΣΚ}


Κύρκας/Κύρκος- εραστής, ο «καλός», ο αγαπημένος, <ουσ. κύρης + κατάλ. ‑κας. {ΜΣΚ} ή(και)


Κύρκος- Από το βαφτ. Κύρκος,<μεσν.Κύρικος(κύρ(ιος)+ικός) ή(και) του βαφτ. Κυρ(ιά)κος. Η ίδια αρχή σε πολλές παραλλαγές, φανερώνοντας τη διάδοσή του υποκορ. αυτού τύπου, όπως Κυρκόπουλος, Κυρκίδης, Κυρκάκης,Κύρκου, Κυρκούδης, Κυρκούσης κτλ.(ΑΝΧΜ)


Κωσταρέλης- Από το βαφτ.Κώστας + μεγεθ.καταλ. –αράς+υποκορ. καταλ. –έλης.{ΤΟΖ}


Κωτάνος- Από τη εκδοχή του βαφτιστικού Κωνσταντίνος<Κώστας<Κώτας.{ΠΕ}


Λ


Λάβδας- Από το βλαχ.lavda=έπαινος,<λατ.laus-udis,laude.{ΤΟΖ}


Λαβδός- Από το δημωδ. λαβδός, αυτός που έχει στραβά πόδια έτσι ώστε να ενώνονται τα γόνατα, έχοντας σχήμα Λ, σχετική λέξη χαυδώνω. (ΛΔΗΜ)


Λαγάρας- Από το δημ. λαγάρα, υγρό απαλλαγμένο από κάθε ξένη ουσία, μτφ. ο καθαρός, και ο ειλικρινής, τίμιος, άψογος. Και λαγαρίζω : κάνω διαυγές ένα υγρό. Από το αρχαίο λαγαρός “ο χαλαρός, λεπτός, ευκίνητος”, η σημερινή σημασία μεσαιωνική. (ΛΔΗΜ)


Λάγιος- Από το δημ. λάγιος, ονομασία προβάτων που έχουν μαύρο χρώμα,πρβλ. λαγιαρνί, <δάνειο από τα βλάχικα. (ΛΔΗΜ)

Λαγκώνης- Από την κεφαλλ. ιδιωμ. λέξη λαγγώνι, πλευρό.{ΓΚΕ}


Λαζούρης/Λαζούρας- Από το μεσν(τουλαχ.7ος αιων.) και δημ. λαζούρι(ον), πέτρα γαλάζια, μτφ. ίσως ο γαλανομάτης, γαλάνης,< μεσν. λατ. lazur. (ΛΔΗΜ)


Λαθούρης- Από το ν.ε. λαθούρι, ποώδες φυτό της οικογένειας των ψυχανθών,lathirus sativus,< μσν. λαθούριν υποκορ. του αρχ. λάθ(υρος) –ούριν.{ΔΟΦ}


Λάλος- Από το μεσν. και δημωδ. λάλος, ο πολύ φλύαρος, αυτός που λαλεί(μιλάει) πολύ,συνεχώς. (ΛΔΗΜ)

Λαμπαδάριος- Ο επικεφαλής του αριστερού χορού στον πατριαρχικό ναό.{ΜΣΚ}


Λαμπέτης- Από το μεσν. λαμπέτης, ο λαμπρός, ο λάμπων. Σαν επώνυμο αναφέρεται για πρώτη φορά το 1320 ως επώνυμο κατοίκου της Χαλκιδικής,Λαμπέτης. Καλλιτεχνικό ψευδώνυμο της ηθοποιού Έλλης Λαμπέτη, γεννημένη Έλλη Λούκου. (BZP) (ΛΔΗΜ) 


Λαμπίρης- Ίσως από το δημωδ. λαμπύρι, το φυτό λαμπύρι, το αρχαίο ‘λάθυρος’.πρβλ. επών. Σχετικά με φυτά Κολτσίδας, Λαθούρης, Λιναράς, Μελικόκης(βλ.επων.). (ΛΔΗΜ)


Λανάρης/Λαναράς- ο εριουργός,λανάρης< μεσ.λανάριος< λατ.lanarius.{ΤΟΖ}


Λαπαθιώτης-Ίσως σχετίζεται με τον οικισμό Λάπατα (σημ.Λαπάθεια) ,δημ.Καλαβρύτων. Λαπατιώτης<Λαπαθιώτης με λόγιο εξελλην.πρβ. Μπακάλης<Βακάλης.{ΤΠΝΜ}


Λάπας- Από το ηπειρωτ.διαλεκτ. λάπα-λαπάς=η προβατίνα με τα αυτιά προς τα κάτω», <αλβ.lape-a=το δέρμα των σφαζομένων ζώων.{ΗΠΟΙΚ}


Λαπατάς- Από το ν.ε. λάπατον< είδος ποώδους φυτού που τρώγεται. [αρχ. λάπαθον, *λάπατον](Τριαντ.}.{ΤΟΖ}


Λαρδάς- Από το ουσ. λαρδί ,λίπος, κυρίως χοιρινό, που διατηρείται και καταναλώνεται παστό ή καπνιστό. μσν. λαρδί(ο)ν, υποκορ. του ελνστ. λάρδ(ος) (< λατ. lard(um) -ος `αλατισμένο κρέας΄) –ίον{Λ.Τ.}


Λάσκαρης- Επώνυμο σημαντικής βυζαντινής οικογένειας. Χρησιμοποιείται και ως κύριο όνομα. Λάσκαρης<λάσκαρης «δάσκαλος»<ράσκαλης με αντιμετάθεση r-l<>r< δάσκαλος. Οι παραπάνω τύποι απαντούν στο μικρασιατικό ιδίωμα της Σίλλης(περ.Ικονίου) όπου ο ρωτακισμός αποτελεί γενικό κανόνα(πβ.δεξί-ρεξί,δεσπότης-ρεσπότσης){ANX}


Λαφαζάνης- Από το τουρκ.περσ. lafazan, ο φλύαρος, καυχηματίας.{ΣΗΤΡ}


Λαψάνης- Από το ν.ε. ιδιωμ. λάψανα, είδος χόρτου, η λέξη και στον Ησύχιο(6ος μ.Χ.)< «λαψάνη>· τν γρίων λαχάνωνσθιομένη».{GLOBG}


Λέκας- Αρβανίτικη εκδοχή του βαφτ. “Αλέξανδρος”.{ΤΟΖ}


Λεκκός/Λεκός- Από το ιδιωμ.(Τσακώνικό) λεκός(ο),λεκό(το), ο λευκός, και Λεκκάκος. Το τελευταίο μπορεί να συνδέεται με το αρβαν. Λέκας, υποκορ. του Αλέξανδρος. (ΛΞΤΣ)


Λεμόνης-ν.ε. λεμόνι<μσν.λεμόνι<λιμόνι ([i > e] από επίδρ. του [l];) < ιταλ. limon(e)  < αραβ., περσ. laymūn{Λ.Τ.}


Λέπουρας- Από το αρβαν. λjeπούρι, ο λαγός.{ΣΗΤΡ}



Λέτσος- Από το ιδιωμ. λέτσος, ο βρωμιάρης,ο κακοντυμένος, <ιταλ. lezzo `βρόμα΄. Ίσως και από υποκορ. μορφή του Νικόλαος>Νικολέτσος>Λέτσος. (ΛΔΗΜ)(Λ.Τ)


Λέχος- Μητρωνυμικό, από το λεχώ-λεχώνα, 1) γυναίκα που γέννησε πρόσφατα και 2) (μτφ.) για άνθρωπο τεμπέλη και φυγόπονο,3) Από το ιδιωμ.(Αρκαδ.) λέχος, «η εν ύδατι αναλυομένη κόπρος των βοών, εν η εμβάλλουσι τα βαμβακερά υφάσματα άμα υφανθέντα. Μένουσιν δ’εν αυτή 3-4 ημέρας ταύτα, είτα εξάγουσιν αυτά(ξελεχώνουσι) και τα λευκαίνουσιν». Ίσως λέχος,παρατσούκλι, αυτού που έκανε αυτή τη δουλειά.  (Λ.Τ.)(ΛΔΗΜ){ΠΠΠ}



Λεχούδης- Από το δημωδ. λεχούδι, το νεογέννητο, το νεογνός, <λέχώ +-ούδι, μσν. λεχώνα < ελνστ. *λεχών.(Λ.Τ.) (ΛΔΗΜ)

Ληξούρης- Από το μεσν. λίξουρος, λιξουριάρης,λήξουρος, ο άπληστος,πλεονέκτης και ο λαίμαρχος, λιχούδης, λιγούρας. Το τοπωνύμιο Λιξούρι, προφανώς σχετίζεται ετυμολογικά.(ΜΣΚ) (ΛΔΗΜ)



Λιάγκας- Μητρων. από το βαφτ. Λιάγκα, ιδιωμ. μορφή του Αλέκα< Αλεξάνδρα . Ή από το ιδιωμ.(Αιτ/νια) λιάγκας, ο πολύ αδύνατος(ΚΖΛ) {ΓΛΑΙΤ}



Λιάλιας- Από την καταγεγραμμένη μορφή του βαφτ. Λάζαρος στα βορειοελλαδικά ιδιώματα(π.χ. Σιάτιστα). Ο διπλασιασμός μια συλλαβής του βαφτιστικού έχει δώσει αρκετές παραλλαγές σε πολλά ονόματα, π.χ. Κοκός<Κώστας, Μπάμπης<Χαράλαμπης, Κική<Αγγελική, Μίμης<Δημήτρης. (ΒΕΛΒ)
Λιάλιος- Από το αρβαν. λjαλjε, ο μικρότερος αδερφός αποκαλεί έτσι τον μεγαλύτερο.{ΣΗΤΡ}


Λιάμης- Από το αρβαν. λjαμε, αλώνι ή η αρβανίτικη υποκορ. εκδοχή του βαφτ. Χαράλαμπος.{ΣΗΤΡ}


Λιανός- Από το δημώδ. λιανός, ο λεπτός, λιγνός και στενός-στενόμακρος, από το μεσν. λειανός, αρχ. λείος + καταλ. –ανός. (ΛΤ)


Λιάπης- Από το αλβ. Lab-I, ο κάτοικος της Λιαπουριάς(η περιοχή γύρω από τη Χειμάρα).{ΤΟΖ}


Λιάρος- Από το ν.ε. λιάρος «ο σταχτόχρους με στίγματα»,< βλαχ.leara ”ποικιλόχρωμος, για κατσίκια, πρόβατα κτλ», αλβ.larë“ίδια έννοια με τη βλάχ.”.{ΤΟΖ}


Λιβαθινός(Λειβαθινός)- Επώνυμο που δηλώνει καταγωγή από την περιοχή Λιβαθώ (Λειβαθώ) της Κεφαλλονιάς.Βρίσκεται στο νοτιοδυτικό τμήμα του νησιού με πλούσια ναυτική παράδοση.{ΤΠΝΜ}


Λιβανός- Η ευρεία διάδοση του επιθέτου αυτού οφείλεται στο ότι το Λιβάνιος/ Λιβανός χρησιμοποιούταν/ χρησιμοποιείται και ως βαφτιστικό.Λιγότερο πιθανές οι περιπτώσεις :i) Αυτός που εμπορεύεται λιβάνι, ή ii) από την ονομασία που δίνεται στις μαυρο-κόκκινες κατσίκες. Πβ. Ψάρρος, Λιάρος, Νταβέλης, Ρούσος κ.α. {ΣΗΤΡ}


Λίλας- Μητρων. από το θηλ. βαφτ. Λίλα,χαϊδευτικό του Αμαλια, Ευαγγελία(Ηπειρ.).{ΤΟΖ}


Λιναράς- Από το ν.ε. λινάρι,το φυτό λυνάρι,κλωστική ύλη από το λινάρι,< μτγν.λινάριον. Ως επώνυμο ήδη από την Παλαιολόγεια εποχή, Λιναράς Νικόλαος το 1316 στις Σέρρες, κ.α. {GLOBG}(BZP)


Λινάρδος- Από το βαφτιστικό Λινάρδος, ελληνική μορφή του φράγκικου κύριου ονόματος Lenard,Linardo.


ΛιόλιοςΛιόλιος- Το επώνυμο από μία από τις πολλές καταγεγραμμένες υποκορ. μορφές του βαφτ. Θόδωρος στα βορειοελλαδικά ιδιώματα. Η συγκεκριμένη απαντάται σε περιοχές όπως το Καταφύγι και τα Σιάτιστα Μακεδονίας. Σύμφωνα με τον Μπόγκα (Ι 443) το “Λιόλιος” είναι αρβανίτικη παραλλαγή του Γεώργιος. Η μια εκδοχή δεν αποκλείει την άλλη.(ΒΕΛΒ){ΤΟΖ}


Λιόντος/Λόντος- Από το βαφτ.Λιόντος<Λεόντιος, ένα από τα συνηθέστερα βαφτιστικά της Παλαιολόγειας εποχής.{ΤΟΖ}


Λιόπεσης- Από το αρβαν. λιόπë, η αγελάδα.{ΣΗΤΡ}


Λιότσης- Από το αρβαν. λjότσι, ο φίλος.{ΣΗΤΡ}


Λισγάρας- Από το διαλεκτ. λισγκάρι=το σκαλιστήρι<μεσν. λισγάριον υποκορ. του λίσγος.{ΗΠΟΙΚ}


Λοβέρδος- Επώνυμο από το ιταλ. κύριο όνομα Lombardo<αρχικά όνομα εθνότητας,τν Λομβαρδών-Λογγοβάρδων.{ΚΥΘΝ}


Λογαράς/Λαγαράς- Από το μεσν. λογαράς, αυτός που λέει πολλά λόγια, ο λογάς, ή από το ν.ε. λογάρι «το χρήμα,ο θησαυρός». Ως επώνυμο τουλάχιστον από την Παλαιολόγεια εποχή, τον 14οαιώνα αναφέρονται άτομα με το επώνμο Λογαράς σε Κωνσταντινούπολη, Σέρρες. {ΤΟΖ}(ΛΔΗΜ)(BZP)


Λογοθέτης-Αξίωμα στην αυλή των βυζαντινών αυτοκρατόρων· ανώτερος αυλικός. Ως επώνυμο ήδη από την Παλαιολόγεια εποχή, αναφέρονται άτομα με το επώνυμο Λογοθέτης, τον 13-14οαιώνα σε Θεσσαλονίκη, Αθήνα. {ΜΣΚ}(BZP)


Λοΐζος/Λουΐζος/Αλοΐζος- Από το βαφτ. Λογίζος-Λοΐζος-Αλοΐζος, <βεν.Aloiso,γαλ.Loys. Βαφτιστικό που είχε ευρεία διάδοση σε ελληνικούς πληθυσμούς(νησιά, Πελ/σο, Θεσσαλία, Μακεδ.κτλ) την περίοδο της φραγκοκρατίας και βενετοκρατίας,(ΑΝΧΜ)


Λούβαρης/Λουβιάρης- Από το δημώδ. λουβιάρης, λωβιάρης, ο λεπρός, ο έχων λούβα/λώβα, <αρχ. ουσ. λώβη, συν την κατάλ. –(ι)άρης. (ΛΔΗΜ)(ΜΣΚ)


Λουλές –Από το δημωδ. λουλές, η πήλινη εστία του ναργιλέ, στην οποία τοποθετούνται τα κάρβουνα και ο καπνός, <τουρκ.Lule{ΜΣΚ}


Λουμάκης- Από την κεφαλλ. ιδιωμ. λέξη λουμάκι, ο παχύς και μεγαλόσωμος. Αλλού η λέξη λουμάκι έχει την έννοια του καινούργιου τρυφερού κλαδιού δένδρου, βλαστάρι, <ουσ. *λειμάκιον <αρχ. λείμαξ.{ΓΚΕ}


Λούπης-Από το ν.ε. λούπης ,αρπακτικό πτηνό, ο ικτίνος, μτγν. ουσ. λούπης (<λατ. lupus).{ΚΡΗΤ}


Λυμπέρης/Λυμπερόπουλος/Λυμπεράκος- Επώνυμο που προέρχεται από το βαφτιστικό Λυμπέρης, από το ιταλ.Libero<λατ.liber(ελευθερία).{ΚΥΘΝ}


Λώλος- Από το ν.ε. λώλος, ο παλαβός, με ανέβασμα του τόνου, όπως συμβαίνει με αρκετά επίθετα. μσν. λωλός < αρχ.λωλώς(Λεξ.Τριαντ.){ΤΟΖ}

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου